Νέo Μεταναστευτικό Νομοσχέδιο με εμπνευστές Βορίδη/ Πλεύρη: Η Ποινικοποίηση της Αορατότητας και η Κατάργηση της Ελπίδας

By in ,
Νέo Μεταναστευτικό Νομοσχέδιο με εμπνευστές Βορίδη/ Πλεύρη: Η Ποινικοποίηση της Αορατότητας και η Κατάργηση της Ελπίδας

Νέο Μεταναστευτικό Νομοσχέδιο με εμπνευστές Βορίδη-Πλεύρη: Η Ποινικοποίηση της Αορατότητας και η Κατάργηση της Ελπίδας

Το νέο νομοσχέδιο που προωθεί το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου προτείνει δύο θεμελιώδεις τομές στη μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας: την κατάργηση της δυνατότητας νομιμοποίησης για αλλοδαπούς που παραμένουν επί επταετία στη χώρα και την ποινικοποίηση της παράνομης εισόδου με βαριές ποινές φυλάκισης. Οι προτεινόμενες διατάξεις δεν αποτελούν απλώς διοικητικές παρεμβάσεις. Συνιστούν βαθύ ιδεολογικό και νομικό μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιλαμβάνεται τη μετανάστευση: όχι ως κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί διαχείριση, αλλά ως πρόβλημα που πρέπει να τιμωρηθεί και να εκριζωθεί.

Η κατάργηση της επταετίας: Πλήγμα στην έννομη τάξη και την αρχή της ενσωμάτωσης

Η δυνατότητα νομιμοποίησης μετά από μακροχρόνια παραμονή λειτουργούσε επί δεκαετίες ως ελάχιστο δίχτυ ένταξης για ανθρώπους που, παρότι χωρίς χαρτιά, είχαν εγκατασταθεί στη χώρα, εργάζονταν, φορολογούνταν και είχαν δημιουργήσει πραγματικούς κοινωνικούς δεσμούς. Η αφαίρεση αυτής της πρόβλεψης στερεί από το διοικητικό σύστημα ένα κρίσιμο εργαλείο αναγνώρισης πραγματικών περιπτώσεων κοινωνικής ένταξης.

Από νομική σκοπιά, η οριζόντια απόρριψη αιτήσεων νομιμοποίησης μακροχρόνιας παραμονής ενδέχεται να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή), το οποίο έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Σε υποθέσεις όπως Rodrigues da Silva and Hoogkamer v. Netherlands (2006) και Jeunesse v. Netherlands (2014), το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόρριψη νομιμοποίησης αλλοδαπών που είχαν διαρκή παραμονή και οικογενειακούς δεσμούς στο έδαφος παραβίασε την ΕΣΔΑ, ιδίως όταν οι αρχές δεν σταθμίζουν επαρκώς τις προσωπικές συνθήκες και την διάρκεια της παραμονής.

Η ποινικοποίηση της παράνομης εισόδου: Αντισυνταγματική και αντίθετη στο διεθνές δίκαιο

Η πρόβλεψη ποινής φυλάκισης (2 έως 5 έτη χωρίς αναστολή) για την απλή πράξη της παράνομης εισόδου καταστρατηγεί την διάκριση μεταξύ διοικητικής και ποινικής παραβατικότητας. Παραγνωρίζει δε τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης, που προβλέπει ότι τα κράτη δεν πρέπει να επιβάλλουν ποινές σε πρόσφυγες που εισέρχονται παράνομα, εφόσον παρουσιαστούν χωρίς καθυστέρηση στις αρχές και αιτιολογήσουν την πράξη τους. Η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος, δεσμεύεται νομικά από τη ρήτρα αυτή.

Επιπλέον, η μαζική επιβολή στερητικών της ελευθερίας ποινών αντίκειται στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ που εγγυάται το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία, αλλά και στη νομολογία του ΔΕΕ, όπως στην υπόθεση El Dridi (C-61/11), όπου κρίθηκε ότι η κράτηση για λόγους μετανάστευσης πρέπει να είναι αναλογική και να μην θίγει την οδηγία επιστροφής (Οδηγία 2008/115/ΕΚ). Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Achughbabian (C-329/11), η οποία αποκλείει την επιβολή ποινών φυλάκισης απλώς και μόνο για το γεγονός της παράνομης παραμονής χωρίς προηγούμενη εξέταση εναλλακτικών μέτρων.

Διεθνείς δεσμεύσεις και το όριο της ποινικής νομοθεσίας

Το νομοσχέδιο παραβιάζει όχι μόνο το εθνικό και ευρωπαϊκό κεκτημένο, αλλά και τις Κατευθυντήριες Αρχές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για την Κράτηση Μεταναστών (2012), σύμφωνα με τις οποίες η κράτηση πρέπει να είναι εξαιρετικό μέτρο και να εφαρμόζεται μόνο όταν δεν υφίστανται ηπιότερα εναλλακτικά μέσα. Η χρήση της ποινικής καταστολής ως εργαλείου μεταναστευτικής πολιτικής αντίκειται και στις αρχές του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 – Κώδικας Συνόρων Σένγκεν, που προβλέπει στον άρθρο 4 τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων.

Η επιβολή ποινών, χωρίς εξέταση των ατομικών χαρακτηριστικών, χωρίς διαδικαστικές εγγυήσεις, χωρίς πρόσβαση σε νομική συνδρομή, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα (άρθρα 2, 5 και 25) και τη θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου.

Συμπέρασμα: Αν ο Νόμος δεν βλέπει τον Άνθρωπο, παύει να είναι Δίκαιο

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν περιορίζεται στην αυστηροποίηση των ελέγχων. Εισάγει μια ποιοτική μετατόπιση: από το διοικητικό εργαλείο ρύθμισης στο ποινικό όπλο καταστολής. Από την αρχή της ενσωμάτωσης στο δόγμα της απώθησης. Από την προστασία των δικαιωμάτων στην επίδειξη κρατικής αυστηρότητας. Αν εφαρμοστεί, θα εντείνει τον κοινωνικό αποκλεισμό, θα θέσει σε κίνδυνο την ελευθερία και την ασφάλεια ευάλωτων πληθυσμών και θα οδηγήσει την Ελλάδα σε μετωπική σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο.

Δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή αλλά υπαρξιακή δοκιμασία για τη νομική μας τάξη. Και η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μία: όταν το κράτος φλερτάρει με την αδικία, είναι καθήκον των νομικών να υπερασπιστούν τον άνθρωπο.