Ενδοοικογενειακή βία και η επιστροφή του θύματος στον κακοποιητή: Μια ψύχραιμη προσέγγιση και μια νομική κριτική ματιά
Στον δημόσιο διάλογο για τη σεξουαλική βία, συχνά επανέρχονται ερωτήσεις που μοιάζουν «λογικές». Ωστόσο, στην πράξη μεταφέρουν το βάρος από την πράξη του δράστη στη συμπεριφορά του θύματος. Έτσι, αντί να φωτίζεται το τι συνέβη, αναπαράγεται μια έμμεση απαίτηση το θύμα να αποδείξει ότι αντέδρασε «σωστά», «άμεσα» και «με τον σωστό τρόπο».
Παράλληλα, η εμπειρία δείχνει ότι η επιστροφή ενός θύματος στον δράστη δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί μέρος ενός σύνθετου πλέγματος εξάρτησης, φόβου, χειρισμού και ψυχοτραυματικών αντιδράσεων. Συνεπώς, για να αξιολογηθεί ορθά μια υπόθεση, χρειάζεται να κατανοηθούν οι μηχανισμοί που λειτουργούν «κάτω από την επιφάνεια», τόσο κοινωνικά όσο και ψυχολογικά.
Όταν η εξουσία θολώνει τη συναίνεση
Η συναίνεση δεν είναι μια τυπική λέξη-κλειδί, αλλά μια ουσιαστική προϋπόθεση ελευθερίας. Ειδικά σε σχέσεις με έντονο χάσμα ισχύος, η «συγκατάθεση» μπορεί να είναι προϊόν πίεσης, φόβου απώλειας, χειρισμού ή παραπλάνησης. Επιπλέον, η εξουσία δεν αφορά μόνο χρήμα ή θεσμική θέση· μπορεί να αφορά κύρος, μέντορινγκ, θαυμασμό, προσδοκία επαγγελματικής εξέλιξης ή συναισθηματική εξάρτηση.
Ακριβώς γι’ αυτό, σε πολλές πραγματικές ιστορίες δεν υπάρχει εικόνα «ωμής βίας» με εμφανή σημάδια, ενώ παρ’ όλα αυτά η παραβίαση παραμένει παραβίαση. Ωστόσο, ο κοινωνικός μύθος περί «αντίστασης» εξακολουθεί να επηρεάζει την κρίση τρίτων, ακόμη και όταν τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ψυχολογικό καταναγκασμό.
Το «πάγωμα» δεν είναι επιλογή – είναι αντίδραση
Μια από τις πιο παρεξηγημένες αντιδράσεις σε απειλητικές καταστάσεις είναι το «πάγωμα». Σε συνθήκες φόβου, ο οργανισμός μπορεί να μην επιλέξει «φυγή» ή «αντίσταση», αλλά ακινησία και αποσύνδεση. Έτσι, το θύμα μπορεί να φαίνεται «ήρεμο» ή «παθητικό», ενώ στην πραγματικότητα βιώνει μια βιολογική και ψυχική υπερφόρτιση.
Επομένως, η απουσία κραυγής, η απουσία άμεσης αντίδρασης ή η αδυναμία να περιγραφούν τα γεγονότα με γραμμικό τρόπο δεν αποτελούν, από μόνες τους, ένδειξη αναξιοπιστίας. Αντίθετα, συχνά είναι συμβατές με τραυματική εμπειρία.
Γιατί η αποκάλυψη μπορεί να καθυστερήσει
Η καθυστερημένη καταγγελία είναι ένα ακόμη σημείο όπου γεννιούνται εύκολα στερεότυπα. Πολλά θύματα χρειάζονται χρόνο για να ονομάσουν αυτό που συνέβη, να αποδεσμευτούν από σχέσεις εξάρτησης και να νιώσουν στοιχειώδη ασφάλεια. Παράλληλα, μπορεί να υπάρχουν απειλές, φόβος κοινωνικής έκθεσης, οικονομική εξάρτηση ή αγωνία επαγγελματικής καταστροφής.
Επιπλέον, σε περιβάλλοντα όπου ο δράστης έχει κύρος, δίκτυο ή «προστασία», το θύμα συχνά προβλέπει – ρεαλιστικά – ότι η πορεία προς τη δικαιοσύνη θα είναι μακρά, επώδυνη και αμφίβολη. Συνεπώς, η σιωπή δεν ισοδυναμεί με συναίνεση· πολλές φορές ισοδυναμεί με στρατηγική επιβίωσης.
Γιατί ένα θύμα μπορεί να επιστρέψει
Η επιστροφή δεν είναι πάντα «επιστροφή σε σχέση», αλλά συχνά επιστροφή σε ένα πλαίσιο όπου το θύμα νιώθει ότι «εκεί» βρίσκεται η μοναδική διέξοδος, η αναγνώριση ή η υπόσχεση ενός μέλλοντος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο δράστης έχει οικοδομήσει ένα σύστημα συναισθηματικής εξάρτησης, δημιουργώντας ταυτόχρονα ενοχή, φόβο και μια ψευδαίσθηση «μοναδικότητας» του θύματος.
Παρά το γεγονός ότι αυτό μοιάζει αντιφατικό σε τρίτους, η ψυχοδυναμική του τραύματος δεν λειτουργεί με καθαρή λογική αλληλουχία. Έτσι, η επιστροφή μπορεί να συνυπάρχει με ντροπή, αποστροφή, φόβο και, ταυτόχρονα, ανάγκη αποδοχής ή επιβεβαίωσης.
Νομική κριτική ματιά: απόδειξη, στερεότυπα και δευτερογενής θυματοποίηση
Η νομική αξιολόγηση μιας υπόθεσης σεξουαλικής βίας οφείλει να είναι αυστηρή. Ωστόσο, πρέπει να είναι και επιστημονικά ενημερωμένη. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι να μεταφέρεται – άτυπα – ένα «βάρος συμπεριφοράς» στο θύμα: να αναζητείται η «τέλεια αντίδραση», η «τέλεια χρονική ακολουθία» ή η «τέλεια αφήγηση».
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, έχει αναδειχθεί ότι τα στερεότυπα και οι ηθικολογικές κρίσεις μέσα στη διαδικασία μπορούν να οδηγήσουν σε δευτερογενή θυματοποίηση, δηλαδή σε νέα προσβολή της αξιοπρέπειας του θύματος από τον τρόπο που διεξάγεται η κρίση. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει επισημάνει τη σημασία ο δικαστικός λόγος να αποφεύγει ενοχοποιητικά ή σεξιστικά στερεότυπα (J.L. v. Italy).
Παράλληλα, η προσέγγιση που εστιάζει αποκλειστικά σε «αντίσταση» ή σε εμφανή σημάδια βίας μπορεί να απομακρύνει την έρευνα από το κεντρικό ερώτημα: υπήρχε ελεύθερη, πραγματική συναίνεση ή όχι; Στην υπόθεση M.C. v. Bulgaria, το ΕΔΔΑ ανέδειξε την ανάγκη οι αρχές να διερευνούν αποτελεσματικά περιπτώσεις σεξουαλικής βίας ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εμφανή στοιχεία φυσικής πάλης, εστιάζοντας στον πυρήνα της απουσίας συναίνεσης.
Με άλλα λόγια, η δίκαιη απονομή δικαιοσύνης δεν υπηρετείται από «αυτοματισμούς» ή κοινωνικές βεβαιότητες. Αντίθετα, υπηρετείται από μια διαδικασία που εξετάζει τα πραγματικά δεδομένα χωρίς προκαταλήψεις, κατανοεί βασικές τραυματολογικές αντιδράσεις (όπως το «πάγωμα») και αξιολογεί το αποδεικτικό υλικό με σεβασμό στην αξιοπρέπεια των εμπλεκομένων.
Επίλογος
Η κατανόηση του γιατί ένα θύμα μπορεί να επιστρέψει στον κακοποιητή του δεν είναι «δικαιολογία»· είναι προϋπόθεση για να πάψει η κοινωνία – και, ορισμένες φορές, η ίδια η διαδικασία – να τιμωρεί το θύμα επειδή δεν αντέδρασε σύμφωνα με ένα στερεοτυπικό σενάριο. Συνεπώς, η ψύχραιμη θεώρηση αυτών των μηχανισμών ενισχύει την ακρίβεια της κρίσης και, τελικά, τη δικαιοσύνη.
